|
Οι συμπληγάδες της ακριβής ενέργειας και των υψηλών επιτοκίων
Η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο οικονομικό παράδοξο. Την ώρα που το νέο ενεργειακό σοκ αυξάνει το κόστος παραγωγής και ανατροφοδοτεί τον πληθωρισμό, η νομισματική πολιτική υποχρεώνεται να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, διατηρώντας ακριβό το χρήμα για να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Δημιουργείται έτσι ένα εκρηκτικό μείγμα με ακριβή ενέργεια και υψηλά επιτόκια, ταυτόχρονα σε Ευρώπη και ΗΠΑ, αφού την αύξηση των επιτοκίων ακολούθησε και η FED.
Η ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο αύξησε εκ νέου τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και της οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%. Η αιτιολογία είναι σαφής, αφού η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Η ενεργειακή κρίση βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος. Η ΕΚΤ κατέγραψε τον Αύγουστο πληθωρισμό 3,3% στην Ευρωζώνη, από 2,9% τον Ιούλιο, ενώ ο πληθωρισμός της ενέργειας εκτινάχθηκε στο 14,3%, από 10,3%. Παράλληλα, οι προβλέψεις του Σεπτεμβρίου τοποθετούν τον μέσο πληθωρισμό του 2026 στο 3% και εκτιμούν ότι μπορεί να κορυφωθεί στο 3,6% το τέταρτο τρίμηνο.
Αυτό είναι το πρώτο σκέλος της πίεσης. Το δεύτερο είναι το κόστος του χρήματος. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις ήταν 4,67%, ενώ για νέα δάνεια προς ΜμΕ συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 4,45%. Στα δάνεια έως 250.000 ευρώ, δηλαδή στην κατηγορία που αφορά πολλές μικρότερες επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις, το μέσο επιτόκιο έφθασε στο 5,07%. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια είχαν μέσο επιτόκιο 6,91%.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διπλή παγίδα για τις επιχειρήσεις. Μια επιχείρηση καλείται να πληρώσει περισσότερο για ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα, μεταφορές, πρώτες ύλες και logistics και ταυτόχρονα περισσότερο για κεφάλαιο κίνησης και τραπεζική χρηματοδότηση. Το ένα κόστος πολλαπλασιάζει το άλλο.
Μια εμπορική επιχείρηση που χρειάζεται χρηματοδότηση για να ανανεώσει τα αποθέματά της αγοράζει ακριβότερα προϊόντα λόγω ενέργειας και μεταφορικών, αλλά χρειάζεται επίσης μεγαλύτερο κεφάλαιο κίνησης για να χρηματοδοτήσει την ίδια ποσότητα εμπορευμάτων. Επομένως, αυξάνεται ταυτόχρονα τόσο το ποσό που πρέπει να δανειστεί όσο και το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του δανεισμού.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη επειδή η σημερινή άνοδος του πληθωρισμού προέρχεται σε σημαντικό βαθμό από την προσφορά ενέργειας και όχι από υπερβολική ζήτηση. Η ίδια η ΕΚΤ επισημαίνει ότι το ενεργειακό σοκ του 2026 αποτελεί βασικό παράγοντα της νέας πληθωριστικής έξαρσης.
Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση και τις δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις. Δεν μπορούν όμως να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, να αυξήσουν την προσφορά πετρελαίου ή να μειώσουν το κόστος μεταφοράς ενός φορτίου LNG. Αυτό είναι το βασικό δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.
Για την Ελλάδα, οι συνέπειες είναι ακόμη πιο σύνθετες. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει ότι η διατάραξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών έχει προκαλέσει σημαντική αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας, επιβαρύνοντας τις προοπτικές ανάπτυξης και αναζωπυρώνοντας τον πληθωρισμό.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με πέντε ταυτόχρονες πιέσεις, της ακριβότερης ενέργειας, ακριβότερης χρηματοδότησης, υψηλότερου κόστους μεταφορών, συμπίεσης της κατανάλωσης και περιορισμού των επενδύσεων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις επιχειρήσεις δεν είναι μόνο η κερδοφορία. Είναι η ρευστότητα. Όταν αυξάνονται τα λειτουργικά έξοδα, απαιτείται περισσότερο κεφάλαιο κίνησης. Όταν όμως αυτό το κεφάλαιο γίνεται ακριβότερο, οι επιχειρήσεις περιορίζουν παραγγελίες, αποθέματα και επενδύσεις. Και όταν παράλληλα τα νοικοκυριά διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για ενέργεια, καύσιμα και δόσεις δανείων, περιορίζεται και η κατανάλωση.
Δημιουργείται έτσι ένας επικίνδυνος οικονομικός κύκλος που περιστρέφεται γύρω από την Ενέργεια, Πληθωρισμό, Επιτόκια, Χρηματοδότηση, Επενδύσεις, Κατανάλωση και Ανάπτυξη. Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος για το τελευταίο τρίμηνο του 2026, αλλά και το 2027.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια γενικευμένη δημοσιονομική επιδότηση που θα τροφοδοτούσε εκ νέου τη ζήτηση και τον πληθωρισμό. Χρειάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, εργαλεία εγγυοδοσίας και φθηνότερης χρηματοδότησης για τις ΜμΕ, επιτάχυνση επενδύσεων ενεργειακής εξοικονόμησης και αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων. Η ίδια η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις απέναντι στο ενεργειακό σοκ πρέπει να είναι προσωρινές, στοχευμένες και προσαρμοσμένες στις πραγματικές ανάγκες.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πότε θα υποχωρήσει ο πληθωρισμός. Είναι πόσο θα αντέξει η πραγματική οικονομία μέχρι να συμβεί αυτό.
Για τις επιχειρήσεις, κάθε μήνας ακριβής ενέργειας και υψηλών επιτοκίων αφαιρεί ρευστότητα, αναβάλλει επενδύσεις και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα. Γι’ αυτό η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και η πρόσβαση των ΜμΕ σε χρηματοδότηση δεν αποτελούν δύο διαφορετικές πολιτικές. Αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου προβλήματος. Το ακριβό πετρέλαιο αυξάνει το κόστος της οικονομίας. Το ακριβό χρήμα αυξάνει το κόστος αντιμετώπισής του. Και όταν τα δύο λειτουργούν ταυτόχρονα, η πίεση στην πραγματική οικονομία πολλαπλασιάζεται.
|