|
Η περίοδος 2019–2026 μπορεί δικαιολογημένα να χαρακτηριστεί ως μια επταετία ισχυρής ενίσχυσης της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Μέσα σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό διεθνές περιβάλλον, με την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, τους πολέμους και τις αναταράξεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν όχι μόνο να διατηρήσουν αλλά και να διευρύνουν σημαντικά την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Το 2019 οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών διαμορφώνονταν περίπου στα 33,8 δισ. ευρώ. Το 2025 έφθασαν τα 48,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για αύξηση περίπου 44% μέσα σε έξι πλήρη οικονομικά έτη. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η σημασία της επίδοσης αν αναλογιστούμε ότι στο ενδιάμεσο μεσολάβησαν διαδοχικές κρίσεις που επηρέασαν τόσο την παραγωγή όσο και το διεθνές εμπόριο.
Η πορεία δεν ήταν γραμμική, υπήρξαν αυξομειώσεις. Το 2020, λόγω της πανδημίας, οι εξαγωγές υποχώρησαν περίπου στα 30,8 δισ. ευρώ. Ακολούθησε όμως ισχυρή ανάκαμψη: σχεδόν 39,9 δισ. το 2021 και περίπου 55 δισ. ευρώ το 2022, χρονιά κατά την οποία οι πολύ υψηλές ενεργειακές τιμές διόγκωσαν τις ονομαστικές αξίες τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών. Το 2023 και το 2024 ακολούθησε εξομάλυνση, με τις εξαγωγές να παραμένουν, ωστόσο, σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα του 2019.
Η εικόνα του 2026 αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο εξάμηνο, οι εξαγωγές αγαθών ανήλθαν περίπου στα 27,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 14,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Οι εξαγωγές χωρίς τα πετρελαιοειδή ανήλθαν σε 20,06 δισ. ευρώ με ρυθμό αύξησης 6,9% σε σχέση με το α' εξάμηνο του 2025, αποδεικνύοντας τη σταθερή, θετική δυναμική των υπόλοιπων κλάδων σε βιομηχανικά, τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 43,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μικρότερη αύξηση 6,5%. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε περίπου στα 16 δισ. ευρώ και ο βαθμός κάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές βελτιώθηκε στο 63,3%.
Σημειωτέον πως οι ελληνικές εξαγωγές στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 15,6% το α' εξάμηνο 2026, φθάνοντας τα 1,3 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με τα 1,1 δισ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2025, βάσει στοιχείων της Eurostat. Η αύξηση των εξαγωγών οφείλεται κατά 98% στα πετρελαιοειδή, λόγω των διυλιστηρίων μας, ενώ εντυπωσιακή είναι η αύξηση 27,5% στα προϊόντα αλουμινίου, παρά την επιβολή δασμών 25%. Αντίστοιχα, τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα κατέγραψαν ανάκαμψη με 60,2%. Τα προϊόντα χαλκού σημείωσαν άνοδο 18,8%, ενώ θετικά κινήθηκαν και τα γαλακτοκομικά προϊόντα 4,8% και τα ιχθυηρά με 23,4%.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα του πρώτου εξαμήνου του έτους, όμως δεν αρκεί απλά να αυξάνονται οι εξαγωγές. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, το ζητούμενο είναι να αυξάνονται ταχύτερα από τις εισαγωγές και να ενισχύεται σταδιακά η εγχώρια παραγωγική βάση. Διότι υπάρχει και η άλλη πλευρά της επταετίας που είναι το επίμονο εμπορικό έλλειμμα. Οι εισαγωγές από περίπου 55,5 δισ. ευρώ το 2019 αυξήθηκαν στα 82,2 δισ. το 2025, δηλαδή σχεδόν κατά 48%. Το εμπορικό έλλειμμα από 21,7 δισ. ευρώ το 2019 έφθασε περίπου τα 33,6 δισ. το 2025. Συνεπώς, παρά την εντυπωσιακή πρόοδο των εξαγωγών, η εισαγωγική εξάρτηση της οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί βασική διαρθρωτική αδυναμία.
Η εξωστρέφεια, επομένως, δεν πρέπει να μετριέται μόνο από την αξία των προϊόντων που εξάγουμε, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών. Πρέπει να εξετάζεται μαζί με το ποσοστό εγχώριας προστιθέμενης αξίας, την παραγωγικότητα, την τεχνολογική ένταση των προϊόντων, τη διαφοροποίηση των αγορών και κυρίως τη δυνατότητα υποκατάστασης μέρους των εισαγωγών από μια ανταγωνιστική ελληνική παραγωγή.
Η επόμενη περίοδος χρειάζεται μια πολιτική «διπλής εξωστρέφειας». Δηλαδή περισσότερες εξαγωγές, αλλά και περισσότερη εγχώρια παραγωγή. Η μεταποίηση, τα τρόφιμα, τα φάρμακα, τα δομικά υλικά, η ενέργεια, η ναυπηγοεπισκευή, ο εξοπλισμός πλοίων, οι υπηρεσίες logistics και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν βασικούς πυλώνες αυτής της προσπάθειας. Παράλληλα, απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις εξαγωγές, καθώς και συνεργασίες και επιχειρηματικά clusters που θα επιτρέψουν στις μικρότερες μονάδες να αποκτήσουν το μέγεθος και τις δυνατότητες που απαιτούν οι διεθνείς αγορές.
Χρειάζεται επίσης να μετακινηθούμε από την εξαγωγή όγκου στην εξαγωγή αξίας. Το ελληνικό προϊόν πρέπει να συνδέεται περισσότερο με την ποιότητα, την καινοτομία, την πιστοποίηση, την πράσινη παραγωγή και ένα ισχυρό εθνικό brand name. Κάθε πρόσθετο ευρώ εγχώριας προστιθέμενης αξίας που εξάγεται έχει μεγαλύτερη σημασία για το ΑΕΠ, την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα. Η επταετία 2019–2026 απέδειξε ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα μπορεί να ανταγωνιστεί εκτός συνόρων. Το επόμενο στοίχημα είναι δυσκολότερο, ώστε η εξωστρέφεια να μετατραπεί σε παραγωγική δύναμη που περιορίζει ταυτόχρονα την εξάρτηση από εισαγωγές.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς να εξάγει περισσότερο. Χρειάζεται να παράγει περισσότερο από όσα σήμερα εισάγει, να εξάγει προϊόντα μεγαλύτερης αξίας και να διευρύνει σταθερά το αποτύπωμά της στις διεθνείς αγορές. Εάν το 63,3% του βαθμού κάλυψης στο πρώτο εξάμηνο του 2026 εξελιχθεί σε σταθερή τάση, τότε η επταετία της εξωστρέφειας μπορεί να αποτελέσει, ακόμα και σε περίοδο «ενεργειακού πολέμου» και πιθανής οικονομικής κρίσης, την αφετηρία για την επόμενη μεγάλη πρόκληση με μια περισσότερο παραγωγική, ανταγωνιστική και εξαγωγική ελληνική οικονομία.
|