|
Το ελληνικό λιανεμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομίας. Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε κάθε γειτονιά, σε κάθε πόλη και σε κάθε νησί της χώρας, διατηρώντας ζωντανή τη τοπική οικονομία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και προσφέροντας κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι μικρές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον, όπου το αυξημένο λειτουργικό κόστος, η ψηφιακή μετάβαση, η έλλειψη χρηματοδότησης και ο έντονος ανταγωνισμός από τις μεγάλες αλυσίδες και τις διεθνείς ηλεκτρονικές πλατφόρμες δημιουργούν τεράστιες πιέσεις.
Η επιχειρηματική πραγματικότητα δείχνει ότι ένα μικρό ανεξάρτητο κατάστημα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί μια πολυεθνική αλυσίδα στη τιμή και στην αγοραστική δύναμη. Μπορεί όμως να διακριθεί μέσα από την ποιότητα, την εξειδίκευση, την προσωπική εξυπηρέτηση και τη στενή σχέση εμπιστοσύνης με τον καταναλωτή. Για να μπορέσει όμως να αξιοποιήσει αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, χρειάζεται ένα νέο πλαίσιο στήριξης που θα μειώνει το κόστος λειτουργίας και θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητά του.
Πρώτη προτεραιότητα αποτελεί λοιπόν η μείωση του λειτουργικού κόστους. Οι μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επιβαρύνονται από υψηλό ενεργειακό κόστος, ασφαλιστικές εισφορές, τραπεζικές προμήθειες και φορολογικές υποχρεώσεις. Η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, η περαιτέρω αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών και η εφαρμογή μέτρων για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους θα ενίσχυαν άμεσα τη βιωσιμότητά τους και θα απελευθέρωναν πόρους για επενδύσεις.
Εξίσου σημαντική είναι η ψηφιακή μετάβαση. Σήμερα η φυσική παρουσία ενός καταστήματος δεν αρκεί. Οι καταναλωτές αναζητούν προϊόντα στο διαδίκτυο, συγκρίνουν τιμές και πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν ειδικά προγράμματα που θα επιδοτούν την ανάπτυξη ηλεκτρονικών καταστημάτων, την αξιοποίηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, τη διαχείριση αποθεμάτων, το ψηφιακό μάρκετινγκ και την ηλεκτρονική εξυπηρέτηση πελατών. Η τεχνολογία δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά εργαλείο ανάπτυξης για κάθε μικρό κατάστημα.
Παράλληλα, απαιτείται η ενίσχυση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, πολλές μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τραπεζικό δανεισμό. Η διεύρυνση των μικροπιστώσεων, η δημιουργία ειδικών εγγυοδοτικών εργαλείων μέσω της ΕΑΤ και νέα χρηματοδοτικά προϊόντα για κεφάλαιο κίνησης και ψηφιακές επενδύσεις μπορούν να δώσουν ουσιαστική ανάσα στην αγορά.
Μία ακόμη κρίσιμη παρέμβαση αφορά στη δημιουργία συνεργατικών σχημάτων. Στην Ευρώπη, χιλιάδες μικρά καταστήματα συμμετέχουν σε συνεταιρισμούς αγορών, κοινά δίκτυα προμηθειών, κοινές αποθήκες και κοινές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, μειώνουν το κόστος προμηθειών και βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Η δημιουργία τοπικών συστάδων λιανικού εμπορίου θα μπορούσε να αποτελέσει μια νέα αναπτυξιακή κατεύθυνση για την ελληνική αγορά.
Εξίσου σημαντική είναι η αναζωογόνηση των εμπορικών κέντρων των πόλεων. Η αναβάθμιση των δημόσιων χώρων, η δημιουργία σύγχρονων “Open Malls”, η βελτίωση της προσβασιμότητας, των χώρων στάθμευσης, του φωτισμού και της ασφάλειας μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την επισκεψιμότητα και να ενισχύσουν την τοπική αγορά. Το εμπορικό κατάστημα δεν λειτουργεί απομονωμένα· αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου αστικού οικοσυστήματος.
Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού. Οι μικρές ελληνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνίζονται εισαγόμενα προϊόντα που διακινούνται μέσω κινεζικών e-shops χωρίς τους ίδιους φορολογικούς, τελωνειακούς και κανονιστικούς κανόνες. Η αυστηρή εφαρμογή ενός νέου ευρωπαϊκού τελωνειακού κώδικα, η αντιμετώπιση του παραεμπορίου, των απομιμήσεων και της υποτιμολόγησης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση υγιούς ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στήριξη της διαδοχής των οικογενειακών επιχειρήσεων. Χιλιάδες μικρά καταστήματα βρίσκονται σήμερα μπροστά στη μετάβαση από τη μία γενιά στην επόμενη. Η Πολιτεία πρέπει να αντιμετωπίσει τη διαδοχή ως μία νέα επιχειρηματική εκκίνηση, παρέχοντας φορολογικά κίνητρα, χρηματοδοτικά εργαλεία και συμβουλευτική υποστήριξη, αντίστοιχη με εκείνη που προσφέρεται στις νεοφυείς επιχειρήσεις.
Σε μια εποχή όπου η αγορά μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παθητική προσαρμογή. Χρειάζεται ένα νέο οικονομικό πλαίσιο για το ελληνικό λιανεμπόριο, που θα επιτρέψει στις μικρές επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν την τεχνολογία, να συνεργαστούν, να καινοτομήσουν και να παραμείνουν ο βασικός κορμός της τοπικής ανάπτυξης. Μόνο έτσι το ελληνικό λιανεμπόριο θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας, διατηρώντας τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τη δυναμική που το διακρίνει.
Τέλος, απαιτείται μια Εθνική Στρατηγική για το Λιανικό Εμπόριο με συγκεκριμένους στόχους έως το 2030. Μια στρατηγική που θα συνδυάζει τη μείωση του λειτουργικού κόστους, τη ψηφιακή μετάβαση, τη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την αναβάθμιση των εμπορικών περιοχών και τη διασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού. Η στήριξη των μικρών καταστημάτων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα οικονομικής πολιτικής αλλά και επιλογή κοινωνικής συνοχής. Η μικρή επιχείρηση κρατά ζωντανές τις γειτονιές, στηρίζει την απασχόληση, δημιουργεί εισόδημα στις τοπικές κοινωνίες και συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της ελληνικής επιχειρηματικής ταυτότητας.
|