|
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον νέο Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2028–2034, ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη επταετή προϋπολογισμό. Αντιθέτως, σηματοδοτεί μια βαθιά μεταβολή στις προτεραιότητες της ΕE και αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται το μέλλον της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών προκλήσεων.
Η νέα δημοσιονομική περίοδος έρχεται σε μια εποχή κατά την οποία η ΕE καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή επανάσταση, την ενεργειακή ασφάλεια, την ενίσχυση της άμυνας και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Για τον λόγο αυτό, η φιλοσοφία του νέου προϋπολογισμού μετατοπίζεται από τη λογική των παραδοσιακών επιδοτήσεων στη λογική των στρατηγικών επενδύσεων.
Οι μεγαλύτεροι πόροι εξακολουθούν να κατευθύνονται στην περιφερειακή ανάπτυξη, τη συνοχή και την αγροτική πολιτική, ωστόσο αυξάνεται σημαντικά η χρηματοδότηση για την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία, την αμυντική βιομηχανία, την έρευνα, την τεχνητή νοημοσύνη και τις κρίσιμες υποδομές. Η Ευρώπη επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και να μειώσει τις εξαρτήσεις της από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς.
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν τόσο σημαντικές ευκαιρίες όσο και σοβαρές προκλήσεις. Από τη μία πλευρά, η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Η ναυτιλία, τα λιμάνια, η εφοδιαστική αλυσίδα, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας μπορούν να αποτελέσουν βασικούς μοχλούς προσέλκυσης ευρωπαϊκών πόρων. Ο Πειραιάς, ως ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου, μπορεί να εξελιχθεί σε κεντρικό κόμβο των ευρωπαϊκών εμπορευματικών και ενεργειακών δικτύων.
Παράλληλα, η ελληνική ναυτιλία, η οποία διαχειρίζεται τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο παγκοσμίως, μπορεί να αξιοποιήσει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την πράσινη μετάβαση, τα εναλλακτικά καύσιμα, την ψηφιοποίηση και τις τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την απανθρακοποίηση των μεταφορών δημιουργούν ένα νέο πεδίο επενδύσεων, στο οποίο η Ελλάδα οφείλει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι δυνατότητες για τη βιομηχανία και τη ναυπηγική δραστηριότητα. Η αυξημένη έμφαση της ΕΕ στην άμυνα και την ασφάλεια αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση για νέες παραγωγικές μονάδες, εξειδικευμένο εξοπλισμό και τεχνολογικές εφαρμογές. Τα ελληνικά ναυπηγεία και οι επιχειρήσεις της αμυντικής βιομηχανίας μπορούν να συμμετάσχουν ενεργότερα σε ευρωπαϊκά προγράμματα, εφόσον υπάρξει κατάλληλη προετοιμασία και στρατηγικός σχεδιασμός.
Ταυτόχρονα, σημαντικές ευκαιρίες ανοίγονται για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω των προγραμμάτων ψηφιακού μετασχηματισμού, κυβερνοασφάλειας, τεχνητής νοημοσύνης και καινοτομίας. Οι ελληνικές ΜμΕ, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, θα πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τεχνογνωσία ώστε να μπορέσουν να ανταγωνιστούν σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Ωστόσο, η νέα περίοδος δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά τη διατήρηση των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Πολιτικής Συνοχής. Αν και εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πυλώνες του προϋπολογισμού, η σχετική βαρύτητά τους μειώνεται καθώς νέες ανάγκες διεκδικούν σημαντικό μερίδιο των διαθέσιμων πόρων.
Η δεύτερη πρόκληση αφορά την αυστηρότερη σύνδεση της χρηματοδότησης με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης δείχνει ότι η ΕΕ πλέον απαιτεί μεγαλύτερη λογοδοσία και αποτελεσματικότητα στην αξιοποίηση των κονδυλίων. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επιταχύνει τον σχεδιασμό και την ωρίμανση έργων, να μειώσει τη γραφειοκρατία και να βελτιώσει περαιτέρω τους μηχανισμούς απορρόφησης.
Η τρίτη πρόκληση είναι ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών-μελών. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες διεκδικούν πλέον χρηματοδότηση για επενδύσεις σε βιομηχανία, ενέργεια, άμυνα και ψηφιακές υποδομές. Η επιτυχία δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το ύψος των διαθέσιμων κονδυλίων αλλά κυρίως από την ικανότητα κάθε χώρας να παρουσιάσει ώριμα, στρατηγικά και ευρωπαϊκά συμβατά έργα.
Ο νέος προϋπολογισμός της ΕΕ δεν είναι απλώς ένας λογιστικός πίνακας εσόδων και δαπανών. Αποτελεί τον οδικό χάρτη της Ευρώπης για την επόμενη δεκαετία. Η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει συνολικά πάνω από 50 δισ. ευρώ από τα διάφορα χρηματοδοτικά εργαλεία της νέας περιόδου. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τη ναυτιλιακή της ισχύ, τις υποδομές της και το ανθρώπινο δυναμικό της σε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που θα προσελκύσουν επενδύσεις και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.
Η νέα ευρωπαϊκή περίοδος δεν θα κριθεί από το πόσα χρήματα θα διατεθούν, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά θα αξιοποιηθούν. Και σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να περάσει από τη λογική της απορρόφησης στη λογική της παραγωγής προστιθέμενης αξίας για την οικονομία και την κοινωνία. Ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα όπου οι πόροι κατευθύνονται σε στρατηγικές επενδύσεις. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη θέση της ως ναυτιλιακός, ενεργειακός και εμπορικός κόμβος, ώστε να μετατρέψει τους ευρωπαϊκούς πόρους σε ανάπτυξη, εξωστρέφεια και νέες θέσεις εργασίας.
Η ανάπτυξη όμως δεν είναι δεδομένη. Και η ελληνική οικονομία είναι ακόμη ευάλωτη από εξωγενείς παράγοντες. Για αυτό πρέπει να παρθούν όλα τα μέτρα και να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές προκειμένου η ελληνική οικονομία να γίνει πιο ανθεκτική σε εξωγενείς παράγοντες.
|