|
Η έννοια των «ολιγαρχών» έχει επανέλθει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, όχι μόνο ως περιγραφή οικονομικής ισχύος, αλλά και ως πολιτικός χαρακτηρισμός. Όταν μεταφέρεται στο πεδίο της πολιτικής, ο όρος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού υποδηλώνει ότι, η εξουσία συγκεντρώνεται σε λίγους, οι οποίοι ενδέχεται να λειτουργούν πέρα από τους θεσμούς, ή και εις βάρος του ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος. Όμως, πόσο πραγματικός είναι αυτός ο κίνδυνος και πόσο αποτελεί αντανάκλαση μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης; Στην ελληνική πραγματικότητα, το φαινόμενο αυτό συζητείται συχνά υπό τον όρο «διαπλοκή». Η διασύνδεση πολιτικής, επιχειρηματικότητας και μέσων ενημέρωσης έχει απασχολήσει διαχρονικά τη δημόσια σφαίρα. Χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει ένα ενιαίο, ή συντονισμένο σύστημα ολιγαρχών, είναι σαφές ότι, η εγγύτητα αυτών των πεδίων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη διαφάνεια και την ανεξαρτησία των αποφάσεων.
Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι, η «ολιγαρχία» ως πολιτικό σύστημα δεν υφίσταται τυπικά στις σύγχρονες δημοκρατίες. Υπάρχουν εκλογές, θεσμικά αντίβαρα, ανεξάρτητες αρχές και δικαστικός έλεγχος. Ωστόσο, η αίσθηση ότι, «οι ίδιοι και οι ίδιοι» εναλλάσσονται σε θέσεις εξουσίας, ή ότι ισχυρά συμφέροντα επηρεάζουν τις αποφάσεις, τροφοδοτεί την αντίληψη περί «ολιγαρχών της πολιτικής». Η έννοια αυτή δεν αφορά απαραίτητα τον πλούτο. Ένας πολιτικός μπορεί να μην είναι οικονομικά ισχυρός, αλλά να ανήκει σε ένα κλειστό δίκτυο εξουσίας, κομματικό, οικογενειακό ή θεσμικό, που αναπαράγεται στο χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση, η «ολιγαρχία» δεν είναι οικονομική, αλλά πολιτική και αφορά στη συγκέντρωση επιρροής, πρόσβασης και λήψης αποφάσεων σε περιορισμένο αριθμό προσώπων.
Σε διεθνές επίπεδο, υπάρχουν παραδείγματα όπου η έννοια της πολιτικής ολιγαρχίας έχει πιο απτή μορφή. Σε ορισμένες χώρες, η οικονομική ισχύς μεταφράζεται άμεσα σε πολιτική επιρροή, είτε μέσω χρηματοδότησης κομμάτων, είτε μέσω άμεσης συμμετοχής στην εξουσία. Αυτές οι περιπτώσεις λειτουργούν συχνά ως σημείο αναφοράς, ή και ως φόβητρο για άλλες δημοκρατίες που επιδιώκουν να αποφύγουν παρόμοιες εξελίξεις. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχουν «ολιγάρχες» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά αν υπάρχουν συνθήκες που επιτρέπουν τη συγκέντρωση εξουσίας χωρίς επαρκή έλεγχο. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα σχετίζεται άμεσα με την ποιότητα των θεσμών. Όσο πιο ισχυροί είναι οι μηχανισμοί διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος εμφάνισης ολιγαρχικών φαινομένων.
Στην ελληνική περίπτωση, η συζήτηση για «ολιγάρχες υπουργούς» δεν αφορά μια οργανωμένη ολιγαρχία, αλλά μια αντίληψη ότι, ισχυρά οικονομικά συμφέροντα μπορεί να έχουν δυσανάλογη επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη, είτε ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα είτε όχι, επηρεάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν υπεραπλούστευση να θεωρήσουμε ότι, το σύνολο των υπουργών ανήκει σε μια «ολιγαρχική ελίτ», άλλωστε η ελληνική πολιτική σκηνή περιλαμβάνει πρόσωπα με διαφορετικές διαδρομές, κοινωνικές καταβολές και επαγγελματικά υπόβαθρα. Υπάρχουν πολιτικοί που προέρχονται από τη μεσαία τάξη και από την επιστημονική κοινότητα, χωρίς ισχυρά οικονομικά ερείσματα, αλλά, ενδεχομένως, να καταλήγουν στην ίδια αντίληψη άσκησης της εξουσίας.
Παράλληλα, δεν πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος της κοινωνικής αντίληψης. Σε περιόδους οικονομικής πίεσης, όπως αυτές που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με αυξημένο κόστος ζωής, ενεργειακές ανατιμήσεις και φορολογικά βάρη οι πολίτες γίνονται πιο ευαίσθητοι σε ζητήματα ανισότητας. Η αίσθηση ότι, κάποιοι ευνοούνται, ή δεν επηρεάζονται από τις ίδιες δυσκολίες, ενισχύει την καχυποψία και ενδυναμώνει αφηγήματα περί ολιγαρχίας. Από την άλλη πλευρά, η γενίκευση ενέχει κινδύνους. Η συλλήβδην απόδοση του χαρακτηρισμού «ολιγάρχες» σε πολιτικά πρόσωπα μπορεί να οδηγήσει σε απαξίωση του πολιτικού συστήματος συνολικά, υπονομεύοντας τη δημοκρατική συμμετοχή. Η κριτική είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμήρια και όχι σε εντυπώσεις.
Εν τέλει, οι «ολιγάρχες της πολιτικής» μπορεί να μην αποτελούν μια θεσμικά κατοχυρωμένη πραγματικότητα στην Ελλάδα, αλλά λειτουργούν ως ένδειξη ενός ευρύτερου προβλήματος: της ανάγκης για ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικής εξουσίας. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην υιοθέτηση φορτισμένων όρων, αλλά στη συνεχή βελτίωση των θεσμών, στην ενίσχυση της διαφάνειας και στη διασφάλιση ότι, η εξουσία ασκείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Σε μια ώριμη δημοκρατία, το ζητούμενο δεν είναι να μην υπάρχουν ισχυροί παίκτες, αλλά να υπάρχουν ισχυροί κανόνες. Και τελικά, αυτοί οι κανόνες είναι που καθορίζουν, αν η πολιτική παραμένει πεδίο συλλογικής εκπροσώπησης, ή μετατρέπεται σε προνόμιο των λίγων.
|