Ενημέρωση   /   'Αρθρα-Δηλώσεις-Παρεμβάσεις   /   ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο Προέδρου Ε.Β.Ε.Π., κου Βασίλη Κορκίδη για την POLITICAL - Το κόστος και το όφελος της αύξησης του κατώτατου μισθού
03/04/2026 - ΠΗΓΗ: Ε.Β.Ε. ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Η συζήτηση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά, συνοδεύεται από εύλογα ερωτήματα, όπως πόσα χρήματα λαμβάνει τελικά ο εργαζόμενος και ποιο είναι το πραγματικό κόστος για τον εργοδότη; Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί. Το ερώτημα είναι πώς. Αν η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συνοδεύεται από μείωση των εισφορών, ή άλλες παρεμβάσεις που μειώνουν το μη μισθολογικό κόστος, τότε το αποτέλεσμα είναι μερικό. Ο εργαζόμενος κερδίζει λιγότερα από όσα ανακοινώνονται και η επιχείρηση πληρώνει περισσότερα από όσα αντέχει. Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται, καθώς μεταξύ μικτού και καθαρού μισθού παρεμβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές επιβαρύνσεις, που επηρεάζουν καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί με ένα μοντέλο που επιβαρύνει την εργασία, που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα και περιορίζει τις μικρές επιχειρήσεις να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι η αύξηση ενός αριθμού. Είναι η μείωση της απόστασης μεταξύ μικτού και καθαρού μισθού. Είναι η δυνατότητα ο εργαζόμενος να κρατά μεγαλύτερο μέρος από αυτό που παράγει και η επιχείρηση να πληρώνει ένα κόστος που αντανακλά την πραγματική αξία της εργασίας. Αν θέλουμε μια οικονομία με υψηλότερους μισθούς και περισσότερες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις αυξήσεις, αλλά στη δομή του συστήματος. Και εκεί είναι που πρέπει να στραφεί η συζήτηση.
Με βάση τα ισχύοντα δεδομένα στην ελληνική αγορά εργασίας, ένας μικτός μισθός της τάξης των 920 ευρώ συνεπάγεται 13,87% κρατήσεις εργαζομένου, δηλαδή περίπου 128 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό που απομένει, αποτελεί τη βάση υπολογισμού του φόρου εισοδήματος. Στην πράξη, λόγω του αφορολόγητου ορίου για τους μισθωτούς, ο φόρος είναι μηδενικός, ή πολύ μικρός, με αποτέλεσμα ο καθαρός μισθός να διαμορφώνεται από 773 έως 792 ευρώ τον μήνα. Ωστόσο, η εικόνα αυτή, αποτυπώνει μόνο τη μία πλευρά. Για τον εργοδότη, το κόστος είναι σημαντικά υψηλότερο, καθώς στον μικτό μισθό προστίθενται οι εργοδοτικές εισφορές, που κυμαίνονται από 22% έως 24%. Με έναν μέσο συντελεστή 22,3%, οι εισφορές αντιστοιχούν σε περίπου 205 ευρώ μηνιαίως. Έτσι, το κόστος για την επιχείρηση ανέρχεται περίπου στα 1.125 ευρώ τον μήνα για κάθε εργαζόμενο που αμείβεται με 920 ευρώ μικτά.
Σε ετήσια βάση, λαμβάνοντας υπόψη το ελληνικό σύστημα των 14 μισθών με το δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας, ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά περίπου 11.300 ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος για τον εργοδότη διαμορφώνεται κοντά στα 15.800 ευρώ. Με άλλα λόγια, η διαφορά μεταξύ του καθαρού εισοδήματος και του συνολικού κόστους υπερβαίνει τα 4.500 ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη πτυχή της ελληνικής αγοράς εργασίας με σημαντικό «tax wedge», δηλαδή την απόσταση μεταξύ του κόστους εργασίας και του καθαρού εισοδήματος. Στην περίπτωση του μισθού των 920 ευρώ, περίπου το 29% του συνολικού κόστους κατευθύνεται σε εισφορές και φόρους, ενώ μόλις το 71% καταλήγει στον εργαζόμενο.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν επηρεάζει μόνο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και τη συνολική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, μια αύξηση κατά 40 ευρώ μικτά, όπως από τα 880 στα 920 ευρώ, συνεπάγεται σε αύξηση κόστους κατά 50 ευρώ ανά εργαζόμενο, λόγω των πρόσθετων εργοδοτικών εισφορών. Για κάθε επιπλέον ένα ευρώ αύξηση στον μικτό μισθό, ο εργαζόμενος παίρνει 0,85€ και ο εργοδότης πληρώνει 1,22 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι για μια επιχείρηση με 10 εργαζόμενους, η ετήσια επιβάρυνση μπορεί να ξεπεράσει τα 7.000 ευρώ. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, η αύξηση του μισθολογικού κόστους αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα πίεσης, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων ενεργειακών τιμών, υψηλού κόστους χρηματοδότησης και έντονου διεθνούς ανταγωνισμού.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού ενισχύει την κατανάλωση, ιδίως σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού. Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των χαμηλόμισθων εργαζομένων τείνει να κατευθύνεται άμεσα στην αγορά, στηρίζοντας τον κύκλο εργασιών του λιανεμπορίου. Συνεπώς, η πολιτική αύξησης των μισθών θα πρέπει να συνοδεύεται από παρεμβάσεις που μειώνουν το μη μισθολογικό κόστος με τη σταδιακή μείωση των εισφορών. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων και διατήρησης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Η πραγματική εικόνα του κατώτατου μισθού αποκαλύπτει ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο ύψος του μικτού μισθού, αλλά να επεκτείνεται στο συνολικό κόστος εργασίας και στο καθαρό εισόδημα. Διότι τελικά, αυτό που έχει σημασία για την οικονομία είναι πόσα χρήματα φτάνουν στην τσέπη του εργαζόμενου και πόσο βιώσιμο είναι το κόστος για την επιχείρηση.
 


Αποστολή με email Εκτυπώσιμη μορφή