|
Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το 2026 θα φέρει νέες προκλήσεις στην ελληνική οικονομία και τον πολυετή προϋπολογισμό της τριετίας 2026-2029.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν πως, ενδέχεται, το 2029 να επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης στο 1,3% και η αύξηση των επενδύσεων στο 0,8%, παρά την μείωση της αναλογίας του χρέους σε 119% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στην προσέλκυση νέων επενδύσεων, με στόχο τη σταδιακή μεταμόρφωσή σε έναν αξιόπιστο και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, εξελίσσεται δυναμικά, μέσα σε μια περίοδο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Βεβαίως, οι εντυπωσιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας με ρυθμούς ανάπτυξης, που υπερβαίνουν, κατά πολύ, τον μέσο όρο της Ευρωζώνης δεν περνούν απαρατήρητες.
Η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει, πως για να συνεχίσουμε να προσελκύουμε νέες εσωτερικές και εξωτερικές επενδύσεις, χρειάζεται μια στρατηγική που θα δίνει κίνητρα, θα δημιουργεί συνέργειες, θα ενεργοποιεί νέα κεφάλαια, που θα συνδέουν τεχνογνωσία και καινοτομία. Επίσης, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα διευρύνει το βλέμμα της οικονομικής διπλωματίας της προς αγορές, που μέχρι σήμερα παρέμεναν στο περιθώριο. Στη γεωοικονομική σκακιέρα, πραγματοποιείται μία μετατόπιση του παγκόσμιου επενδυτικού κέντρου βάρους. Για την Ελλάδα, αυτό είναι μια ευκαιρία, που δεν πρέπει να χαθεί, με συνεργασίες, που μπορεί να ανοίξουν νέους επιχειρηματικούς και τεχνολογικούς ορίζοντες, δημιουργώντας δίαυλους εμπορίου, για φθηνότερες εισαγωγές και περισσότερες εξαγωγές.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πως, η Ελλάδα θα ανέβει από το 11% του ΑΕΠ σε επενδύσεις το 2019 στο 18% του ΑΕΠ έως το 2026, ίσως ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ με την αξία των επενδύσεων να υπερδιπλασιάζεται από τα 20 δις στα 52 δις ευρώ, μέσα σε 7 χρόνια. Οι προβλέψεις για το επίπεδο των επενδύσεων την διετία 2025-2026, όπως άλλωστε αποτυπώνονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό, ανέρχονται φέτος σε +5,7 % και 14,6 δις ευρώ, ενώ για το 2026, η αύξηση εκτιμάται σε +10,2 % και 16,4 δις ευρώ, με το ΑΕΠ να εκτιμάται στα 260 δις ευρώ. Η επιτάχυνση των επενδύσεων, με κορύφωση το 2026, είναι γεγονός, πως οφείλεται κυρίως στα κονδύλια του ΤΑΑ. Συγκεντρωτικά, μάλιστα, την επόμενη τριετία οι δημόσιες επενδύσεις αναμένονται να ξεπεράσουν τα 64 δις ευρώ.
Το Ε.Β.Ε.Π., αντλώντας δύναμη από την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα του εμπορίου, της βιομηχανίας, της ναυτιλίας και των υπηρεσιών του μεγάλου λιμανιού, έχει θέσει σε εφαρμογή μια στοχευμένη στρατηγική. Την αναγνώριση και αξιολόγηση χωρών με υψηλή αναπτυξιακή δυναμική όπως η Νοτιοανατολική Ασία, η Μέση Ανατολή και η Αφρική. Η ανάλυση των επενδυτικών κινδύνων, του κανονιστικού πλαισίου και των ευκαιριών συνεργασίας δείχνει ότι, η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν εμπορικό κόμβο συνδεσιμότητας, όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.
Παράλληλα, οι παραδοσιακές μέθοδοι προώθησης πρέπει να εκσυγχρονιστούν με ενιαία ταυτότητα, στοχευμένες καμπάνιες σε διεθνείς πλατφόρμες και αξιοποίηση επιτυχημένων παραδειγμάτων ξένων επενδύσεων, δημιουργώντας ένα πιο εξωστρεφές, δυναμικό και συνεκτικό αφήγημα.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν, ήδη, νέα δεδομένα, επαναφέροντας τη Μεσόγειο στο επίκεντρο του παγκόσμιου εμπορίου, με την Ελλάδα να προσελκύσει ομίλους σε τομείς όπως, ενέργεια, τεχνολογία, τουρισμό, ναυπηγεία και ναυτιλία.
Αντίστοιχα, οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να διεισδύσουν σε νέες αγορές στους τομείς του εμπορίου, των τροφίμων, των φαρμάκων και της βιομηχανίας. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει τον φυσικό κόμβο πολλών συνεργασιών και μπορεί να δημιουργήσει ισχυρές συνέργειες με αμοιβαίο όφελος.
Σαφώς και υπάρχει προβληματισμός για την επόμενη ημέρα του ΤΑΑ και ανησυχία για τη δημιουργία ενός «επενδυτικού κενού», γι’ αυτό και δεν πρέπει να εφησυχάσουμε μπροστά στη νέα πρόκληση της επενδυτικής και εξαγωγικής εξέλιξης της χώρας μας.
|