|
Η εικόνα της ενεργειακής κατάστασης στην Ελλάδα την διετία 2024–2025 σύμφωνα με τα βασικά στοιχεία για παραγωγή, κατανάλωση, εισαγωγές και εξαγωγές, ΑΠΕ, φυσικό αέριο και στρατηγική, έχει αλλάξει πλήρως σε σχέση με αυτή πριν δέκα χρόνια, όταν οι καθαρές εισαγωγές ενέργειας ως ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης ήταν άνω του 90%. Το σημερινό ενεργειακό μείγμα της χώρας μας την μετατρέπει σε ενεργειακό κόμβο, αφού έχει ριζικά αυξήσει τις ΑΠΕ, έχει μειώσει δραστικά τον λιγνίτη και παρά το γεγονός ότι εξαρτάται ακόμη από τις εισαγωγές φυσικού αερίου, έχει ενισχύει τις υποδομές αποθήκευσης FSRU και σχεδιάζει ισχυρή ενεργειακή έξοδο στα Βαλκάνια.
Η υψηλή εξάρτηση της Ελλάδας από εισαγόμενη ενέργεια σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο είναι ένα κρίσιμο στοιχείο για την διατάραξη του εφοδιασμού και την ενεργειακή ασφάλεια. Όμως η μεταβολή στο εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας με τη μετατροπή της χώρας μας από εισαγωγέα σε εξαγωγέα αποτελεί θετική εξέλιξη και μπορεί να την εντάξει σε μια ενεργειακή διεθνή θέση. Σαφώς οι περισσότερες εισαγωγές σε μορφή αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου, σχετίζονται με την ηλεκτρική ενέργεια. Όμως, η Ελλάδα είναι πλέον «ΑΠΕ-dominant» με πολλές ημέρες του χρόνου να καλύπτουν το 100% της εγχώριας ηλεκτρικής ζήτησης.
Τα διαθέσιμα στοιχεία για τις ετήσιες εισαγωγές και εξαγωγές στην Ελλάδα στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας μας δίνουν μια πλήρη εικόνα. Αναφορικά με το αργό πετρέλαιο στην Ελλάδα εισάγονται περίπου 470.000 βαρέλια ημερησίως και συνολικά 27 εκ. τόνοι ετησίως, ενώ εξάγονται 18,2 εκ. τόνοι πετρελαϊκών προϊόντων αξίας περίπου 15 δις ευρώ. Παρά λοιπόν το γεγονός πως η Ελλάδα δεν είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα, χάρη στα σύγχρονα διυλιστήρια στον Ασπρόπυργο, Ελευσίνα, Κόρινθο και Θεσσαλονίκη περιορίζει το «καθαρό» ενεργειακό της εμπορικό ισοζύγιο. Επίσης η Ελλάδα από το 2024 έγινε εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας 6 GWh, ενώ προηγουμένως είχε καθαρό εισαγωγικό ισοζύγιο.
Αναφορικά με το φυσικό αέριο η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι σημαντικός εισαγωγέας και σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024 οι εισαγωγές φυσικού αερίου ανήλθαν σε περίπου 69,4 TWh ή αλλιώς 6,3 δις m³ σημειώνοντας αύξηση 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Υπάρχουν όμως δύο βασικές ελληνικές υποδομές αποθήκευσης LNG τον χερσαίο τερματικό σταθμό στη Ρεβυθούσα της ΔΕΣΦΑ με χωρητικότητα 365.000 m³ και τον πλωτό σταθμό FSRU στην Αλεξανδρούπολη της Gastrade με χωρητικότητα 170.000 m³, ενώ ετοιμάζεται και μια νέα ακόμα υποδομή στη Κομοτηνή χωρητικότητας περίπου 150.000 m³ LNG με δυνατότητα αεριοποίησης 5,5 δις m³ ετησίως.
Η Ελλάδα αποτελεί επίσης τμήμα σημαντικών διεθνών αγωγών, όπως ο Trans Andriatic Pipe «TAP» που συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με την Ιταλία και ο αγωγός φυσικού αερίου Ελλάδας - Βουλγαρίας «IGB» που συνδέει το ελληνικό δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου με το βουλγαρικό δίκτυο με συνολικό μήκος 182 km και δυναμικότητα 3 δις m³. Μια ακόμα σημαντική ενεργειακή αρτηρία στην περιοχή των Βαλκανίων είναι ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου «Vertical Gas Corridor» ένα έργο που στοχεύει στη μεταφορά φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μέσω της Ελλάδας.
Το μεγαλύτερο ίσως ενεργειακό πλεονέκτημα της χώρας μας είναι ο «πλωτός αγωγός» που δημιουργούν τα περίπου 170 ελληνόκτητα πλοία μεταφοράς LNG. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατα στοιχεία οι Έλληνες εφοπλιστές ελέγχουν το 23% του παγκόσμιου στόλου των LNG carriers με 29 εκ. σε όρους χωρητικότητας CBM και είναι η πρώτη δύναμη παγκοσμίως στις θαλάσσιες μεταφορές. Έτσι η Ελλάδα αξιοποιεί τις δυνατότητες εμπορίας ενέργειας και εξασφαλίζει ενεργειακή επάρκεια σε χαμηλότερες τιμές για τους εγχώριους καταναλωτές. Οι ενεργειακοί στόχοι του 2030 περιλαμβάνουν το 80% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, την ηλεκτρική διασύνδεση όλων των νησιών, τα μεγάλα υπεράκτια αιολικά πάρκα και τις πρώτες γεωτρήσεις που θα αλλάξουν ολοκληρωτικά την ενεργειακή εικόνα της χώρας μας.
|