|
Η θετική εικόνα που παρουσιάζουν οι μακροοικονομικοί δείκτες της χώρα μας, δεν συνάδει πάντα με το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, ούτε με την καθημερινότητά των πολιτών. Σύμφωνα, μάλιστα, με τις πρόσφατες αναλύσεις των οικονομικών στοιχείων για το επτάμηνο του έτους, οι διαθέσιμοι δείκτες ήταν ανάμεικτοι, με κάποιους να δείχνουν μικρή βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, ενώ άλλοι να δείχνουν ότι, η οικονομία παρουσιάζει κινδύνους στασιμότητας και επιβράδυνσης. Η οικονομική απόσταση διαθέσιμου εισοδήματος και αγοραστικής δύναμης μπορεί να μην διευρύνεται, αλλά ούτε μικραίνει με αποτέλεσμα να συντηρούνται οικονομικές ανισότητες.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες είχαμε αυξήσεις τιμών σχεδόν σε ολόκληρο το φάσμα της αγοράς. Ο πληθωρισμός επιτάχυνε τον Ιούλιο και βρέθηκε στο 3,1% από 2,8% τον Ιούνιο και 2,5% τον Μάιο σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός φτάνει στο 3,7% έναντι του 2% στην ΕΕ. Διψήφιες ανατιμήσεις καταγράφονται σε ετήσια βάση σε πολλά καταναλωτικά αγαθά και βασικές υπηρεσίες, όπως ο ηλεκτρισμός με 19% και τα ενοίκια με άνω του 11%. Εκτός των ενοικίων μέση αύξηση 6,6% σημείωσαν οι τιμές στη στέγαση λόγω των ανατιμήσεων στις υπηρεσίες που σχετίζονται με τα ακίνητα κατοικίας και επαγγελματικής στέγης. Επίσης σύμφωνα με την Eurostat η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα ήταν 19% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ κάτι που αποτυπώνει το έλλειμμα του διαθέσιμου εισοδήματος και τις οικονομικές πιέσεις στη πραγματική οικονομία της χώρας μας.
Από τη πλευρά των θετικών αποτελεσμάτων, βελτίωση παρουσιάζει o τζίρος των ελληνικών επιχειρήσεων στα 123,8 δις ευρώ το β’ τρίμηνο, ενισχυμένος κατά 1,3% σε ετήσια βάση, καθώς και του λιανικού εμπορίου στα 19 δις ευρώ ενισχυμένος κατά 2,5%. Η ανεργία μειώθηκε στο 6,2% τους θερινούς μήνες και τα ταξιδιωτικά έσοδα το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκαν 11% φθάνοντας τα 7,6 δις ευρώ. Το σημαντικότερο για την συνέχεια είναι πως το πρωτογενές πλεόνασμα στο επτάμηνο έφτασε τα 7,96 δις ευρώ, ξεπερνώντας κατά πολύ τον στόχο των 3,6 δις ευρώ και διαμορφώνοντας μια υπεραπόδοση στα 1,2 δις ευρώ. Ως εκ τούτου το «καλάθι» της ΔΕΘ πρέπει να είναι φέτος γενναιόδωρο και εμπροσθοβαρές. Ο ήδη διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος των 1,5 δις ευρώ, αλλά και το πρωτογενές πλεόνασμα των σχεδόν 8 δις ευρώ του πρώτου επταμήνου του 2025 προσφέρει στο οικονομικό επιτελείο την ευκαιρία να μεγαλώσει τις παροχές στα 2 δις ευρώ.
Αρνητική είναι η εικόνα των δεικτών από τη μεγάλη μείωση που καταγράφεται στην οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ήταν κατά 17,3% χαμηλότερη από ό,τι το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Όπως αναφέρει ανάλυση συστημικής τράπεζας, αυτή η εξέλιξη σχετίζεται με την απόφαση του ΣτΕ για τον Νέο Οικονομικό Κανονισμό, που «πάγωσε» τα έργα σε πολλές οικοδομές ανά τη χώρα. Επιπλέον, σε τριμηνιαία βάση ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση σημείωσε αύξηση 0,9%, όμως σε ετήσια βάση η μεταβολή είναι αρνητική κατά 0,1%. Σε ό,τι αφορά τη μεταποίηση, ο δείκτης προμηθειών ΡΜΙ μεταποίησης της S&P διατηρήθηκε για δέκατο συνεχόμενο τρίμηνο πάνω από τις 50 μονάδες, που δείχνει βελτίωση των συνθηκών στον τομέα της μεταποίησης, αλλά το β' τρίμηνο του 2025 παρουσίασε οριακή μείωση πέφτοντας στις 53,2 μονάδες.
Στο αντίποδα, μικρή βελτίωση παρουσιάζει το εμπορικό ισοζύγιο με το έλλειμμα να περιορίζεται κατά 5,4% σε ετήσια βάση. Αυτή η εξέλιξη ήρθε ως αποτέλεσμα της περιοδικής αύξησης που σημειώθηκε στις εξαγωγές και της ταυτόχρονης μείωσης των εισαγωγών. Παράλληλα, το ισοζύγιο υπηρεσιών παρουσιάζει βελτίωση τους τελευταίους μήνες ως αποτέλεσμα της αύξησης των τουριστικών αφίξεων. Οι δείκτες επισημαίνουν ότι η εγχώρια παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται, όμως ο ρυθμός της αύξησης είναι στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ μηνών. Το ίδιο ισχύει και για τις προσδοκίες των μεταποιητών, αφού η αύξηση της παραγωγής θεωρείται βέβαιη, όμως ο βαθμός αναμένεται μειωμένος για την επόμενη χρονιά. Στην ομάδα Μεταφορές θετικά καταγράφεται η μείωση κατά 1,1%, που οφείλεται κυρίως στις μειωμένες τιμές των καυσίμων και λιπαντικών.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως ως το τέλος του 2025 η σωρευτική αύξηση των τιμών καταναλωτή θα έχει φτάσει σε μέσους όρους το 23%. Το κόστος διατροφής και στέγασης, δηλαδή εκεί που ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος μας, κινείται τη τελευταία πενταετία σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον. Παρά το γεγονός πως έχουν μειωθεί οι φόροι και έχουν δοθεί σημαντικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις για την αναπλήρωση των απωλειών από την αύξηση των τιμών, οι αυξήσεις αυτές δεν αντισταθμίζουν τα οικονομικά βάρη. Ο πληθωρισμός διογκώνει τα εισοδήματα σε αριθμητικούς όρους και αυξάνει δυσανάλογα τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών. Σε αυτή τη περίπτωση το Κράτος πρέπει να προσαρμόσει τα όρια στην κλίμακα φορολογίας εισοδημάτων, ώστε να «τιμαριθμοποιήσει» την αντιστοιχία αγοραστικής δύναμης και φορολογίας.
Τη τελευταία πενταετία, ενώ το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί κατά 27%, σε πραγματικούς όρους, ο αντίστοιχος ρυθμός ανόδου ήταν 12% εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού. Ταυτόχρονα η μέση φορολογική επιβάρυνση των Ελλήνων σε άμεσους και έμμεσους φόρους παραμένει από τις υψηλότερες στον ΟΟΣΑ, φτάνοντας το 45% του ΑΕΠ. Επίσης όπως επισημαίνει ο ΙΟΒΕ σε σχετική μελέτη το 80% των αυξημένων φορολογικών εσόδων προέρχονται από μόλις το 20% των φορολογουμένων. Αυτούς τους φορολογούμενους, τη λεγόμενη «μεσαία τάξη», που υφίστανται πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση 9% θα πρέπει η κυβέρνηση να προσπαθήσει να τους ελαφρύνει από τα υπερβολικά βάρη που σηκώνουν και να προσαρμόσει τους φορολογικούς συντελεστές και τις κλίμακες στα βάρη που τους αναλογούν.
Συμπερασματικά, αναλύοντας όλα τα στοιχεία, αναμφισβήτητα διαπιστώνεται πως υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και την πραγματική οικονομία. Η Ελλάδα εμφανίζεται ισχυρή σε επίπεδο μακροοικονομικών δεικτών, με μεγαλύτερη ανάπτυξη από την ΕΕ, μείωση χρέους και ανεργίας, ρεκόρ σε τουρισμό και ναυτιλία αλλά η καθημερινότητα της μεσαίας τάξης δείχνει πίεση από το υψηλό κόστος ζωής, με περιορισμένη κατανάλωση και αγοραστική δύναμη. Η εικόνα είναι αντιφατική γιατί η καθημερινότητα του πολίτη συχνά δεν συμβαδίζει με την καλή μακροοικονομική εικόνα της χώρας. Αυτή την αντίφαση καλείται η κυβέρνηση να μετριάσει μετά την ΔΕΘ επιστρέφοντας μέρος των πλεονασμάτων στη κοινωνία υπό τη μορφή μόνιμων μέτρων καθώς και σε πολίτες και επιχειρήσεις με φοροελαφρύνσεις.
|