Ενημέρωση   /   ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο Προέδρου Ε.Β.Ε.Π., κου Βασίλη Κορκίδη στον Μάκη Κουρή «ΤΟ ΠΑΡΟΝ» - Αντιφατικοί οι δείκτες με την εικόνα της πραγματικής οικονομίας
29/08/2025 - ΠΗΓΗ: Ε.Β.Ε. ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αντιφατική είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι δείκτες της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα μας, σε σχέση με την καθημερινότητά μας, σύμφωνα με τις πρόσφατες αναλύσεις των οικονομικών στοιχείων. Το επτάμηνο που πέρασε οι διαθέσιμοι δείκτες ήταν ανάμεικτοι, με κάποιους να δείχνουν βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, ενώ άλλοι δείχνουν ότι, η οικονομία παρουσιάζει στασιμότητα και άλλοι επιβράδυνση. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες είχαμε αυξήσεις τιμών σχεδόν σε ολόκληρο το φάσμα της αγοράς. Ο πληθωρισμός «πάτησε γκάζι» τον Ιούλιο και βρέθηκε στο 3,1% από 2,8% τον Ιούνιο και 2,5% τον Μάιο. Διψήφιες ανατιμήσεις καταγράφονται σε ετήσια βάση σε πολλά καταναλωτικά αγαθά και βασικές υπηρεσίες, όπως ο ηλεκτρισμός με 19% και τα ενοίκια με άνω του 11%. 
Εκτός των ενοικίων, μέση αύξηση 6,6% σημείωσαν οι τιμές στη στέγαση, λόγω των ανατιμήσεων στις υπηρεσίες που σχετίζονται με τα ακίνητα, όπως για επισκευή κατοικίας και συντήρηση επαγγελματικής στέγης.
Από τη πλευρά των θετικών δεικτών, βελτίωση παρουσιάζει η τάση του εμπορίου, που ήταν ελαφρά ανοδική, ύστερα από περίπου δύο χρόνια καθοδικής πορείας, χωρίς, όμως, αυτό να ισχύει σε όλους τους κλάδους και για τις περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα τελευταία στοιχεία του ΙΟΒΕ και ενώ οι εκπτώσεις βαίνουν τυπικά προς το τέλος τους, τα ταμεία των εμπόρων είναι φτωχότερα φέτος, από το ίδιο χρονικό διάστημα πέρυσι. Η επιδείνωση του τζίρου εκτιμάται χαμηλότερα έως και 20%, ενώ οι προσδοκίες της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, καταγράφουν τη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων εννέα μηνών. Οι προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών τους κατά τους προσεχείς 12 μήνες επιδεινώνονται, με το 59% να αναμένει ελαφρά ή αισθητή χειροτέρευση, εκτίμηση που θα επηρεάσει και τις μελλοντικές αγορές τους.
Αρνητική είναι η εικόνα των δεικτών από τη μεγάλη μείωση που καταγράφεται στην οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ήταν κατά 17,3% χαμηλότερη από ό,τι το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Όπως αναφέρει ανάλυση συστημικής τράπεζας, αυτή η εξέλιξη σχετίζεται με την απόφαση του ΣτΕ για τον Νέο Οικονομικό Κανονισμό, που «πάγωσε» τα έργα σε πολλές οικοδομές ανά τη χώρα. Επιπλέον, σε τριμηνιαία βάση ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση σημείωσε αύξηση 0,9%, όμως σε ετήσια βάση η μεταβολή είναι αρνητική κατά 0,1%. Σε ό,τι αφορά τη μεταποίηση, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών ΡΜΙ μεταποίησης της S&P διατηρήθηκε για δέκατο συνεχόμενο τρίμηνο πάνω από τις 50 μονάδες, που δείχνει βελτίωση των συνθηκών στον τομέα της μεταποίησης, αλλά το β' τρίμηνο του 2025 παρουσίασε οριακή μείωση πέφτοντας στις 53,2 μονάδες.
Στον αντίποδα, μικρή βελτίωση παρουσιάζει το εμπορικό ισοζύγιο με το έλλειμμα να περιορίζεται κατά 5,4% σε ετήσια βάση. Αυτή η εξέλιξη ήρθε ως αποτέλεσμα της περιοδικής αύξησης που σημειώθηκε στις εξαγωγές και της ταυτόχρονης μείωσης των εισαγωγών. Παράλληλα, το ισοζύγιο υπηρεσιών παρουσιάζει βελτίωση τους τελευταίους μήνες ως αποτέλεσμα της αύξησης των τουριστικών αφίξεων. Οι δείκτες επισημαίνουν ότι η εγχώρια παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται, όμως ο ρυθμός της αύξησης είναι στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ μηνών. Το ίδιο ισχύει και για τις προσδοκίες των μεταποιητών, αφού η αύξηση της παραγωγής θεωρείται βέβαιη, όμως ο βαθμός αναμένεται μειωμένος για την επόμενη χρονιά. Στην ομάδα Μεταφορές θετικά καταγράφεται η μείωση κατά 1,1%, που οφείλεται, κυρίως, στις μειωμένες τιμές των καυσίμων και λιπαντικών.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός, πως ως το τέλος του 2025 η σωρευτική αύξηση των τιμών καταναλωτή θα έχει φτάσει σε μέσους όρους το 23%. Το κόστος διατροφής και στέγασης, δηλαδή εκεί που ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος μας, κινείται τη τελευταία πενταετία σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον. Παρά το γεγονός, πως έχουν μειωθεί οι φόροι και έχουν δοθεί σημαντικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις για την αναπλήρωση των απωλειών από την αύξηση των τιμών, οι αυξήσεις αυτές δεν αντισταθμίζουν τα οικονομικά βάρη. Ο πληθωρισμός διογκώνει τα εισοδήματα σε αριθμητικούς όρους και αυξάνει δυσανάλογα τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών. Σε αυτή τη περίπτωση το Κράτος πρέπει να προσαρμόσει την κλίμακα φορολογίας εισοδημάτων, ώστε να «τιμαριθμοποιήσει» την αντιστοιχία αγοραστικής δύναμης και φορολογίας.
Τη τελευταία πενταετία, ενώ το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί κατά 27%, σε πραγματικούς όρους, ο αντίστοιχος ρυθμός ανόδου ήταν 12% εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού. Ταυτόχρονα η μέση φορολογική επιβάρυνση των Ελλήνων σε άμεσους και έμμεσους φόρους παραμένει από τις υψηλότερες στον ΟΟΣΑ, φτάνοντας το 45% του ΑΕΠ. Επίσης, όπως επισημαίνει ο ΙΟΒΕ σε σχετική μελέτη το 80% των αυξημένων φορολογικών εσόδων προέρχονται από μόλις το 20% των φορολογουμένων. Αυτούς τους φορολογούμενους, τη λεγόμενη «μεσαία τάξη», που υφίστανται πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση 9% θα πρέπει η κυβέρνηση να προσπαθήσει να τους ελαφρύνει από τα υπερβολικά βάρη που σηκώνουν και να προσαρμόσει τους φορολογικούς συντελεστές και τις κλίμακες στα βάρη που τους αναλογούν.
Περιμένουμε, ασφαλώς, να δούμε και τα στοιχεία της συνολικής κατά κεφαλήν κατανάλωσης το τρίτο τρίμηνο, αφού το μοναδικό σχετικό στοιχείο που διαθέτουμε για το 2025 είναι η μείωση -0,8% κατά το α’ τρίμηνο του έτους. Το αντιφατικό είναι πως, το ίδιο τρίμηνο το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώθηκε σε 37,1 δις ευρώ, καταγράφοντας αύξηση +0,7% σε ετήσια βάση. Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντική απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αν και υπάρχει μια μικρή πρόοδος από το 78% στο 81%. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα ήταν 19% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, κάτι που αποτυπώνει το έλλειμμα του διαθέσιμου εισοδήματος και τις οικονομικές πιέσεις στη πραγματική οικονομία της χώρας μας.
Συμπερασματικά, αναλύοντας όλα τα στοιχεία, αλλά, κυρίως, ζώντας την καθημερινότητα, αναμφισβήτητα διαπιστώνουμε πως, υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και την πραγματική οικονομία. Η Ελλάδα εμφανίζεται ισχυρή σε επίπεδο μακροοικονομικών δεικτών, με μεγαλύτερη ανάπτυξη από την ΕΕ, μείωση χρέους και ανεργίας, ρεκόρ σε τουρισμό και ναυτιλία, αλλά η καθημερινότητα της μεσαίας τάξης δείχνει πίεση από το υψηλό κόστος ζωής, με περιορισμένη κατανάλωση και αγοραστική δύναμη. Η εικόνα είναι αντιφατική γιατί η καθημερινότητα του πολίτη συχνά, δεν συμβαδίζει με την καλή μακροοικονομική πορεία της χώρας.
 


Αποστολή με email Εκτυπώσιμη μορφή