Ενημέρωση   /   'Αρθρα-Δηλώσεις Προέδρου Ε.Β.Ε.Π.   /   ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο προέδρου Ε.Β.Ε.Π., Βασίλη Κορκίδη, στην POLITICAL (28/09/2021) -''Η στάση των τραπεζών θα καθορίσει τη μεγέθυνση ή σμίκρυνση των ΜμΕ''
30/09/2021 - ΠΗΓΗ: Ε.Β.Ε. ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Η στάση των συστημικών τραπεζών θα παίξει σημαντικό ρόλο στη μεγέθυνση των βιώσιμων μικρομεσαίων «follow up», «start up» και «restart» επιχειρήσεων στη χώρα μας. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των μηνιαίων τηλεδιασκέψεων του Υπουργού Οικονομικών με φορείς της αγοράς και διοικήσεις τραπεζών για τη συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το ΕΒΕΠ απέστειλε στα υπουργεία Οικονομικών και Ανάπτυξης, αλλά και τις τράπεζες, Έκθεση της Eurocommerce με όλα τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία. Στην έκθεση μάλιστα αναφέρονται οι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και το κόστος του τραπεζικού δανεισμού σε ΜμΕ, που επιχειρούν σε διαφορετικά κράτη μέλη της Ευρωζώνης.

Στην ανάλυση επιτοκίων δανεισμού των ΜμΕ, περιλαμβάνονται συγκριτικά συμπεράσματα για τους όρους και το κόστος δανεισμού. Συγκεκριμένα,οι ευρωπαϊκές οικονομικές προβλέψεις δείχνουν ανάκαμψη, αλλά και αναδυόμενο πληθωρισμό. Η Ελλάδα υποφέρει από την ιδιαίτερα υψηλή ανεργία έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου που περιορίζει τη κατανάλωση. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν χωρίς μεταβολές το 2021 και να αυξηθούν ελαφρά στα τέλη του 2022.Η αύξηση της δανειοδότησης του ιδιωτικού τομέα επιβραδύνεται, ενώ το σύνθετο κόστος πιστώσεων παραμένει στο χαμηλότερο επίπεδο με τις τράπεζες να ακολουθούν πιο προσεκτική προσέγγιση. Ο περιορισμός των πιστώσεων στις ελληνικές επιχειρήσεις είναι μεγαλύτερος από τη τελευταία μέτρηση. Οι γενικοί όροι των τραπεζών παραμένουν αμετάβλητοι και η αυστηρή εκτίμηση κινδύνου παραμένει το βασικό στοιχείο των πιστωτικών προτύπων. Οι εγγυοδοτικές προϋποθέσεις των δανείων παραμένουν χωρίς αλλαγές με αποτέλεσμα ο ρυθμός απόρριψης επιχειρηματικών δανείων να έχει αυξηθεί. Στον αντίποδα τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν πολύ χαμηλά παρά τον πληθωρισμό 1,9% στην Ελλάδα και 3% κατά μ.ο. στην ΕΕ-27.

Το στοίχημα της ενδυνάμωσης και μεγέθυνσης των ελληνικών επιχειρήσεων δεν μπορεί λοιπόν να κερδηθεί μόνο με τις συγχωνεύσεις των 678.206 πολύ μικρών επιχειρήσεων που αντιστοιχούν στο 97% της ελληνικής επιχειρηματικότητας, έναντι του 93% ευρωπαϊκού μ.ο. και απασχολούν λιγότερα από 9 άτομα με τζίρο 71 δις ευρώ ή το 26%, αλλά με κινητοποίηση και μόχλευση μέσω των τραπεζών, πόρων 3,5 δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, με φοροελαφρύνσεις και με κίνητρα συνεργειών και συνεργασιών. Ενημερωτικά, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο επιχειρηματικός χάρτης της Ελλάδας συμπληρώνεται με 35.902 μικρές επιχειρήσεις με 10-49 εργαζόμενους με τζίρο 54 δις ευρώ και συμμετοχή 20%, τις 3.966 μεσαίες με 50-249 άτομα, τζίρο 56 δις ευρώ ή 22% και τέλος οι 550 μεγάλες άνω των 250 εργαζομένων με τζίρο 85 δις ευρώ ή 32%.

Οι μικρομεσαίοι δεν είμαστε αρνητές της πραγματικότητας, γνωρίζουμε καλά πως από τις περίπου 720.000 ΜμΕ, μόνο οι 40.000 έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, για διάφορους λόγους. Όμως, δεν μπορούμε να αφήσουμε απαρατήρητο το γεγονός πως σύμφωνα με την ΑΑΔΕ μόνο 8.534 ΑΦΜ, δηλαδή το 0,24% οφείλει στην εφορία 87 δις ευρώ και αντίστοιχα στα ταμεία και τις τράπεζες το 80% του ιδιωτικού χρέους. Από τους μεγαλοοφειλέτες άνω του 1 εκατ. ευρώ τα 5.204 είναι νομικά πρόσωπα με χρέη 63,5 δις ευρώ σε σύνολο 109 δις ευρώ, από περίπου 3,5 εκατ. οφειλέτες. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πως οι λίγοι χρωστούν πολλά και οι πολλοί τα λίγα, τόσο στην εφορία, όσο και στα ταμεία και τις τράπεζες. Οι πολλοί που χρωστούν τα λίγα είναι οι πολύ μικροί και μικρομεσαίοι, ενώ οι λίγοι που χρωστούν πολλά είναι οι μεγάλοι της αγοράς.

Τέλος, κατανοούμε ότι ο υπουργός Ανάπτυξης προσπαθεί, με μια δόση υπερβολής, να μας ταρακουνήσει, ώστε να μην χαθούν οι ενισχύσεις της πανδημίας, να μας προειδοποιήσει για μελλοντικούς κινδύνους και τις δυσπρόσιτες δαπάνες από τον οικολογικό διακόπτη της πράσινης μετάβασης, αλλά και να μας δώσει χρόνο να πάρουμε αποφάσεις για πιθανές συνεργασίες, πριν μας απορροφήσουν ή μας κλείσουν οι μεγάλοι της αγοράς. Τα μειονεκτήματα των μικρών που επικαλούνται ορισμένοι, ως προς την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφειας, αποδοχών και φοροδοτικής ικανότητας, είναι βέβαιο πως μπορούμε να τα μετατρέψουμε σε πλεονεκτήματα με την ευελιξία μας, σε ένα ψηφιακό, ισότιμο και φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον που δείχνει να διαμορφώνεται στην χώρα μας. Οι μικροί και μικρομεσαίοι της αγοράς, νομίζω πως αξίζουμε και δικαιούμαστε να γίνουμε αποδέκτες των διαθέσιμων πόρων από τα χρηματοδοτικά εργαλεία, που θα περάσουν το επόμενο διάστημα, μέσω των τραπεζών στις επιχειρήσεις.

 


Αποστολή με email Εκτυπώσιμη μορφή